ποίημα του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-
Μέσ’ απ’ το άπειρο που υπήρχαμε κι οι δυό
Δυό κόσμοι δύο, σε παλάτ’
αλαβάστρινο
Η ψυχή σου η λαμπρή, κι η ψύχή
μου η φτωχή,
Στης Μοίρας το σκαλί κι οι δυό
γονατιστοί
Ακούσαμε ταπεινά του θεού την
εντολή
Να φύγουμε μεσ’ την θολή αυγή
για παντοτινά,
Ωσάν χρυσές ακτίνες, ωσάν κάτασπρα
πουλιά
Μ’αγάπη στην καρδιά σε θάλασσες
γαλήνιες.
Οι δρόμοι μας ενωθήκανε κάτω
απ’ το φώς
Της σελήνης κι αγαπηθήκανε,
ως το θέλησ’ ο θεός
Μα το τίποτ’ ήταν δυνατό και
το πάν εχάθη,
Ενίκησε έν’ αόρατο κακό κ’ η
Μοίρα π’ εγράφη
Άλλαξε, το γραφτό απ’ το μελάνι
της εμαράθη,
Ξεθώριασε το καλό, στην καρδιά
σου τα λάθη
Τη ζωή σου σκοπό ‘βάλανε να
γεμίσουν πάθη,
Πάθη που μας ‘κάψαν και τους δυό
κ’ έμεινα μόνος να πονώ.
Κ’ ήρθε η στιγμή, π’ η καρδιά
μ’ έκλαψε
Γιατί δεν μπόρεσε π’ έχασε τη
δική της διαδομή
Κι ωσάν περαστική, σε σταυρωμένο
σταυροδρόμ’
Αντάλλαξ’ αγάπη που πόνοι την
κάνανε μαρτυρική
Κ’ ύστερα ένα τίποτ’ ούτε ένα
γεία
Λές και δεν ήτανε παντοτινά
τα φιλιά, τα’ ανείπωτα
Σου λόγια γι’ αγάπη αιώνια, λές
κ’ ουχί μαζί
Δεν μας ώρισεν η Μοίρα η τρανή
να ζήσωμε τα χρόνια.
Τώρα πια μοναχικές οι καρδιές
γυρίζουνε γυμνές,
Το πεπρωμέν’ εχάθη, γλαύκες
κρώζουν στις ψυχές,
Θάνατος κυκλώνει από παντού,
οργή θεού
Με περιμένει στα γύρω μέρη
και ζωή τρελλού
Το τραγούδι:
http://www.youtube.com/watch?v=4rjqKpyJ8Gw
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου